ἄβα

ἄβα
Meaning: τροχὸς η βοή H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The latter to ipf. αὖε `called'. Further cf. ἀβήρει ᾄδει and ἀβέσσει ἐπιποθεῖ, θορυβεῖ H.; lastly ἄβωρ meaning βοή. Most doubtful. Cf. αὑδή,{{}}ἀείδω.
Page in Frisk: 1,2

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄβα — ἄ̱βᾱ , ἀβάω attain imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄβᾱ , ἀβάω attain pres imperat act 2nd sg ἄβᾱ , ἀβάω attain imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άβα — I Όνομα μυθολογικού και ιστορικού προσώπου. 1. Νύμφη, ερωμένη του Ποσειδώνα, από τον οποίο γέννησε τον Εργίσκο, ήρωα της Θράκης, που ίδρυσε την πόλη Εργίσκη, κοντά στο Βυζάντιο. 2. Κόρη του Ζηνοφάνη, τυράννου της Όλβης, την εποχή του Καίσαρα (1ος …   Dictionary of Greek

  • Ἄβα — Ἄβας masc voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γκάρντνερ, Άβα — (Ava Gardner,Βόρεια Καρολίνα 1922 – Λονδίνο 1990). Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου. Αυτή που κάποτε ονομάστηκε «η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου», ειδικεύτηκε σε ρόλους μοιραίας γυναίκας, για σχεδόν δύο δεκαετίες στο Χόλιγουντ. Αν και… …   Dictionary of Greek

  • ἀβάντων — ἀβά̱ντων , ἀβάω attain pres part act masc/neut gen pl (doric aeolic) ἀβά̱ντων , ἀβάω attain pres imperat act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁβάσομεν — ἀβά̱σομεν , ἀβάω attain aor subj act 1st pl (epic doric aeolic) ἀβά̱σομεν , ἀβάω attain fut ind act 1st pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄβας — Ἄβᾱς , Ἄβαι fem acc pl Ἄβᾱς , Ἄβας masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβασίων — ἀβᾱσίων , ἀβάω attain fut part act masc nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβαείο — Κοινότητα μοναχών, διοικούμενη από έναν αβά. Επίσης το σύνολο των κτιρίων, όπου η κοινότητα αυτή μένει μόνιμα. Ιστορικά, η εμφάνιση των α. ως μόνιμων κοινωνικών οργανισμών, εγκατεστημένων σε ειδικά κτιριακά συγκροτήματα, συνδέεται κυρίως, αν και… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Μυανμάρ — Κράτος της νοτιανατολικής Ασίας. Συνορεύει Β και ΒΑ με την Κίνα, Α με το Λάος και την Ταϊλάνδη και Δ με το Μπανγκλαντές και την Ινδία. Βρέχεται Ν από τη Θάλασσα Ανταμάν και ΝΔ από τον Kόλπο της Βεγγάλης.Aπό εδαφική άποψη, η Μ. ή Bιρμανία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.